ΓΚΟΘÉ

GOTHEsmall

Η Γενιά του Αετού

Σειρά Φαντασίας

ΒΙΒΛΙΟ ΤΡΙΤΟ

ΣΑΝ ΤΟΝ ΦΟΙΝΙΚΑ

Της

Έλενας Τίγκα

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ

Η ΚΟΡΗ ΤΟΥ ΦΕΓΓΑΡΙΟΥ

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

       Κάθε βράδυ, όταν η Κατερίνα έμενε μόνη, ανέβαινε από μέσα της μια αίσθηση νοσταλγίας που την κατέκαιγε σαν φωτιά, σαν ξαφνικά να έχασε οικογένεια, πατρίδα, και το δικαίωμα να αναπνέει ελεύθερα. Δεν καταλάβαινε τον εαυτό της. Όσο κι αν προσπαθούσε, δεν καταλάβαινε. Δεν καταλάβαινε γιατί το άγγιγμά του, τα μάτια του, ζωντάνευαν μπροστά της και τη στοίχειωναν. Θυμόταν την επιθυμία του να την κρατήσει κοντά του, τον σεβασμό του στην ελευθερία της να επιλέξει... δεν τον ήξερε αυτόν τον κόσμο. Γι' αυτό όταν έκλαιγε ήξερε ότι κραύγαζε σαν το λύκο προς το φεγγάρι, για μια αγάπη που δεν θα μπορούσε ν' αγγίξει ποτέ. Ο πόνος που τη συγκλόνιζε τις νύχτες ήταν η μεγάλη της έκπληξη. Μεγαλύτερη κι απ' όταν πρωτοείδε το φασματικό παιδί, που το είχε ξεχάσει ότι θα γεννιόταν. Αυτό το παιδί φάντασμα που δεν ξεκολλούσε από κοντά της και που την κοίταζε μέσα από τα μάτια του Ίρεκελ και την έκανε να θέλει να τρέξει ως την τελευταία της πνοή.

Όμως αν οι νύχτες έφερναν πόνο, οι μέρες ήταν αβάσταχτες. Έκανε ό,τι έκανε, σνομπάροντας τη θύελλα της ψυχής της, αγνοώντας την, περιφρονώντας τα συναισθήματα και τις αντιδράσεις της σε μια πραγματικότητα που για πρώτη φορά φαινόταν να τη σοκάρει. Υποσυνείδητα μέτραγε τις ώρες για το πέσιμο της νύχτας, για τη λύτρωση του κλάματος που καμουφλάριζε κάτω από τα μαξιλάρια και την ελευθερία να λύσει τον πόνο από τα δεσμά του και να τον αφήσει να κάνει τη δουλειά του, χωρίς να τον κρύβει. Τις νύχτες με ξαστεριά, καθόταν στο περβάζι του παραθύρου ή στο μπαλκόνι και παρακολουθούσε το φεγγάρι και ξεχνιόταν, γαλήνευε. Για κάποιον περίεργο λόγο το είχε συνδέσει με την Ετέρνα, παρ' όλο που είχε καταλάβει ότι τα δικά τους φεγγάρια δεν είχαν καμιά σχέση με το δικό της.

Η στροφή της προς τις επιστήμες ήταν αναπόφευκτη. Μελετούσε αστρονομία και θεωρίες για την εξέλιξη του σύμπαντος με τον ίδιο ζήλο που άλλες κοπέλες διάβαζαν το Ρομάντζο. Ούτε απέφευγε θεωρίες που αποδοκιμάζονταν από την επιστημονική κοινότητα. Αν και τις αντιμετώπιζε με σκεπτικισμό, εντούτοις, η πρόσφατη εμπειρία της, της έλεγε ότι και η επιστήμη ακόμα μαθαίνει, ανακαλύπτει, αναθεωρεί. Ερευνούσε και μελετούσε τα πάντα, κρατούσε σημειώσεις, χωρίς να ξέρει σε τι θα της χρησίμευαν. Ήθελε να καταλάβει... αλλά δεν ήταν σίγουρη ακριβώς τι... ίσως... ίσως πώς λειτουργούσε το σύμπαν... τι πιθανότητες υπήρχαν να είχε ζήσει κάτι σαν αυτό που έζησε.

Που και που, προσπαθούσε να βρει κάποια ασυνήθιστη θεωρία για τη μουσική και το νερό και αν θα ήταν επιστημονικά δυνατό, το πρώτο να επηρεάσει το δεύτερο, αλλά εδώ έπεφτε σε τοίχο, όπως συνήθιζε να λέει. Οι βιβλιοθήκες της πρωτεύουσας είχαν γίνει τα καινούργια της στέκια, κι όλοι τη χαιρετούσαν και έτρεχαν να την εξυπηρετήσουν όταν έμπαινε. Μετά από ένα χρόνο μελετών και ερευνών, έφτασε στο συμπέρασμα ότι θα έπρεπε να μάθει καλά μια ξένη γλώσσα, αν ήθελε να έχει πρόσβαση σε περισσότερες πληροφορίες. Επέλεξε τα Εγγλέζικα σαν ένα είδος πρόκλησης επειδή στο παρελθόν την είχαν δυσκολέψει, αλλά όχι πια. Ανακάλυψε ότι μπορούσε να τα κατανοήσει, σαν να ξέθαβε από μέσα της μια γλώσσα ξεχασμένη.

Από τη στιγμή που το συνειδητοποίησε, άρχισε να παρακολουθεί τον εαυτό της, γιατί και μερικά άλλα πράγματα την είχαν βάλει σε υποψίες. Πώς ήξερε, για παράδειγμα, ότι κάποιος ερχόταν να την επισκεφτεί, όταν δεν είχε καν φανεί στη γειτονιά της ακόμα; Στην αρχή δεν είχε δώσει σημασία. Το είχε προσπεράσει, χωρίς να καταλάβει πόσο ασυνήθιστο ήταν. Αλλά οι ενδείξεις ότι κάτι συνέβαινε συσσωρεύονταν. Ακόμα και το γεγονός ότι μελετούσε και κατανοούσε πράγματα με τα οποία δεν είχε ασχοληθεί ποτέ πριν και που, υποψιαζόταν, δεν θα πρέπει να ήταν καθόλου εύκολα στην κατανόηση τους, την προβλημάτιζε. Άρχισε να φοβάται. Κάτι αφύσικο της συνέβαινε. Οι άνθρωποι δεν είχαν τέτοιες ικανότητες.

Δεν ήξερε σε ποιον θα μπορούσε να μιλήσει για κάτι τόσο παράξενο. Δεν είχε καν μιλήσει στο φασματικό παιδί γι' αυτό που την προβλημάτιζε. Παρακολουθούσε τους περαστικούς από το μπαλκόνι όπου καθόταν το βραδάκι, πότε μόνη της και πότε με τη μάνα της κι έβλεπε τις παρέες να περνούν, φίλες και φίλοι και οικογένειες, κι εκεί, δίπλα στη μάνα της, αναδυόταν από μέσα της ένα κύμα μοναξιάς και την έπνιγε.